Τον του Αγίου Πνεύματος Φωτισμόν εύχομαι !

(Του Μάρκου Μπόλαρη)

Τι μέρα και τούτη !

Τι αναμέτρηση ψυχών και σωμάτων !

Ροδάνι κόκκινη κλωστή δεμένη,

ροδάνι κόκκινη κλωστή …

Το μολύβι στο χέρι και το σημειωματάριο , ήγουν,

ο υπολογιστής και το πληκτρολόγιο !

Συγκλονιστική μιά μέρα !

Και τα κυπαρισσόμηλα κεράσια …

Φθίνοντος Μαίου μηνός !

Ο Μάης με τα ρόδα , ο κερασινός !

Τις ψυχές τούτο το Σάββατο μνημονεύουμε,

ουκ οι εν τάφω αλλ’ ημείς οι ζώντες,

μαζί με τον Προφήτη Δαβίδ μνείαν ποιούμεθα,

κι ´γώ τους γονείς πρώτα , Ηλιού και Γενοβέφας,

Ιωάννου και Αναστασίας , κι ύστερα αμέσως ,

Φοίβου του γλυκύτατου, που ωσάν αρχαιοελληνικός Κούρος εκοιμήθη κι ετάφη προσδοκών Ανάσταση, ακολουθούν παππούδες και γιαγιάδες, 

μνήμες γλυκιές, 

μελένιες αναμνήσεις , 

των ψυχών σήμερα το Σάββατο,

κατακλύζεται ο νούς, 

η καρδιά πλημμυρίζει,

των από αιώνος πατέρων , πάππων, προσπάππων,

μητέρων , μάμμων, προγιαγιάδων, θείων , αδελφών, 

Μάρκου του Κρητός και Χρυσούλας της Σμυρναίας,

Μιλτιάδου και Δεσποίνης των Λημνίων 

αμή και Ελένης , προσφυγοπούλας Θρακιώτισσας,

τι κι άν ήταν δεύτερη, ωσάν γιαγιά την νόησα,

Δημητρίου και Κυριακούλας, των Αδριανουπολιτών,

Αλεξάνδρου και Όλγας των Καραγατσινών,

στα καντούνια βγήκα της ψυχής , στις ακρώρειες,

κιβώτια παλαιικά ανοίγω, μπαούλα του συνειδητού 

μα και του ασυνείδητου ξεκλειδώνω ,

κατάστιχα βγάζω στο φώς , 

Εμμμανουήλ και Ειρήνης των προσπάππων,

από το Δράπανο του Αποκόρωνα Χανίων , 

Κωνσταντίνου και Σεβαστής , από την Φισίνη 

της Λήμνος, Αθανασίου και Ευδοκίας , 

των εν Σέρραις,

μια ευφροσύνη έχει τούτη η Μαγιάτικη περιδιάβαση,

μιά χαρούμενη λύπη τούτη 

η μνημόνευση ,

μιά ευωδία τριαντάφυλλου στο πρωινό δωμάτιο 

το Πάγγαιον όρος

αγναντεύοντας , 

εν Χώρα Ζώντων κατάταξον Χριστέ τας ψυχάς,

τι ομορφιά που έχει 

η Μονή της Χώρας των Ζώντων,

της τέχνης του ψηφιδωτού οι κορυφώσεις

στο Καθολικό της, 

και στο νότιο παρεκκλήσι της Αναστάσεως 

η κάλλιστη τοιχογραφία, 

η εις Άδου Κάθοδος, 

Φώς στο σκότος,

στο λόφο σκαρφαλωμένο το Μοναστήρι 

πάνω από τον Κεράτιο ωσάν βίγλα 

της Βασιλεύουσας Πόλης , 

είπαν πως αλώθηκε στες 29 του Μάη 

στα χίλια τετρακόσια πενήντα τρία, 

μα τούτη , του Κωνσταντίνου η Πόλη άπαρτη παραμένει στες ψυχές μας,

στην Πύλη του Ρωμανού , είπαν, πως κείτεται 

νεκρός ο Αυτοκράτορας

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ο Δραγάσης

χαρμολύπη ανείπωτη τούτη η μέρα ,

αθάνατος νεκρός Τούτος, 

Αναστημένος στες ψυχές μας, 

νύν και αεί , όπως άλλοτες και 

στες Θερμοπύλες,

στης Ιστορίας τες δέλτους με κόκκινη μελάνη

οι γραφές κι υπογραμμίσεις 

«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι, 

οὔτ᾽ ἐμόν ἐστιν οὔτ᾽ ἄλλου 

τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· 

κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες 

αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ 

οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν»,

τούτων των προμαχούντων ψυχών 

υπέρ Ναών και Εστιών,

Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και των συν αυτώ,

μνείαν ποιούμεθα , την σήμερον,

κι όχι μόνον, 

Κωνσταντίνου, Γεωργίου και Σήφη, 

Κρητών των εν τω Salt Lake Sity 

στην Γιούτα 

στες Ηνωμένες Πολιτείες, 

Αργύρη και Αικατερίνης, Αναστασίου και Μαρίας , Ιωάννου και Ερασμίας , Λημνίων , 

των εν Θεσσαλονίκη,

ιδού, πώς σ’ ένα σκονισμένο σημειωματάριο 

σύναξη γίνεται , άλλη σύναξη , αλλοιώς, 

σύναξη γενεών και γενεών , 

πως σ’ ένα φύλλο χαρτί

της Οικουμένης προσκλητήριο, 

του παπά Θεμιστοκλή και Μαρίας πρεσβυτέρας,

Χρυσάφη και Βασιλικής , Τριανταφύλλου και Κυριακούλας, Ιωάννου και Ανθής, Αλεξάνδρου 

και Ευφροσύνης , στη Φισίνη καρσί 

απ’ την Μικρασία, 

Φωτεινής στα Γεροσόλυμα, αδελφής της γιαγιάς, 

Νικηφόρου Αρχιερέως στο Κογκό,

των ψυχών το Σάββατο της Πεντηκοστής !

Της Ρωμιοσύνης μιά ολοφάνερα κρυφή σύναξη , 

μιά σύναξη σπυρί – σπυρί το στάρι , 

στο κόλυβο οι ψυχές , σταφίδες και καρύδια, 

του ροδιού σαν σμαράγδια οι κόκκοι , 

αμύγδαλα ξέφλουδα,

της λήθης μιά άχνη ζάχαρη σκεπάζει τις γενιές ,

μέχρι την μνημόνευση , κι ύστερα 

σταυροειδώς διεκπετάσας 

ο ιερέας της σύναξης προεστώς

κι η λήθη αίρεται , 

η άχνη σμίγνυται , 

αι γενεαί πάσαι ύμνον προσφέρουν 

και εν ταυτώ 

ως κόλυβο γλυκασμού προσφέρονται,

της Αναστάσεως την πείραν ειληφότα ,

Δημητρίου και Αποστόλου, Αποστόλου και Σοφίας, Ευθαλίας και Χαρούλας, 

συμμαθητών μνημονεύω στο ημερολόγιο

η ζωή ως παραπομπές ,

στα χρόνια του Δημοτικού Σχολείου, 

Αλίκης, Ελένης, Χρυσούλας, Αθανασίου, 

των διδασκάλων, 

εφέτος 

που πενήντα χρόνους συμπληρώνουμε από την αποφοίτηση από το ιστορικό 

εξατάξιο Α ‘ Γυμνάσιο Αρρένων Σερρών,

μιά πρόκληση κι αφορμή άλλης μάζωξης ,

Αχιλλέα, Ιωάννου, Σάββα, Χαραλάμπους, Θεοφίλου

των καθηγητών που την νιότη μας σημάδεψαν 

δρόμους μόρφωσης κι ήθους δείχνοντας, 

την μέρα τούτη 

με την Αρχαγγελική φωνή του 

σημάδεψε της Κρήτης ένας αητός , 

σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό χαράκι 

κάθεται αητός στου Ψηλορείτη 

τες κορφές ,

ο Νίκος ο Ξυλούρης , τους στίχους τραγουδώντας. του Γιάννη Κακουλίδη στη μουσική του Χάλαρη

«Η ώρα ετούτη δεύτερη μετά το μεσονύχτι

Είναι ώρα για δάκρυα

Και μένει πάντα»,

την μέρα τούτη των ψυχών , την μέρα τούτη

μνείαν ποιούμεθα των απ’ αιώνος 

πατέρων 

μιά διαδρομή στες θάλασσες της Ιστορίας, 

συρτάρια και σημειώματα , 

θάμα μέγα, μέγιστον ,

το πώς η Λήμνος συναντά την Κρήτη 

κι ο Μαρμαράς αγκαζέ με την Σμύρνη, 

το πώς η Αδριανούπολη κονεύει στην Κομοτηνή 

και το Κάραγατς αποικίζει την θροφρούρητη 

πόλη των Σερρών, του Βασιλείου του Β’ 

το προσφιλές χειμερινό απάγγειο, 

το πώς η προσφυγομάννα Θεσσαλονίκη 

ανοίγει αγκαλιές της Ανατολής τα πουλιά 

να φωλιάσουν κι η Αθήνα από κοντά ,

το Salt Lake City κουμπαριάζει με τα Χανιά ,

το Los Angeles υποδέχεται τον Αποκόρωνα,

η Melbourne καλοσκαμνίζει τους Λήμνιους 

και το Chicago σπουδάζει Σερραίους φοιτητές, 

μεγάλη ημέρα τούτη σήμερα, το πώς μα πώς,

σ’ ένα πιάτο κόλυβα συνάζονται 

όλα τούτα , 

Σώζοντος και Ελισάβετ, Αθανασίου και Σεβαστής,

Στυλιανής και Καλλιόπης, Ερασμίας, 

Θαύμα , ένα , ωσεί φερομένης 

βιαίας πνοής !

Τον του Αγίου Πνεύματος 

Φωτισμόν εύχομαι !

ΥΓ 

Η Πεντηκοστή , όπως μας την κληροδότησε ο χρωστήρας του μέγιστου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου 

του επικληθέντος Ελ Γκρέκο , ήγουν, ο Έλληνας